Οι τελευταίες μέρες μιας «ανάπηρης δημοκρατίας»

Σήμερα κλείνουν 80 χρόνια από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Μένοντας αυστηρά περιχαρακωμένος στο χρονικό πλαίσιο εκείνων των ημερών, από τις 27 Ιανουαρίου εως τις 30, αντιγράφω από το εξαιρετικό βιβλίο του Χάινριχ Βίνκλερ «Βαϊμάρη: Η ανάπηρη δημοκρατία 1918-1933» τις σελίδες για τα γεγονότα που έμελλαν ν’ αλλάξουν ριζικά την ιστορία της Ευρώπης στα επόμενα χρόνια, όχι μόνο γιατί κυρίως περιγράφουν πολύ οικεία πράματα σε μας αλλά για να γίνει ενημερωτικά η υπενθύμιση πως αυτά τα πράγματα επαναλαμβάνονται σε περιόδους κρίσης.

(Σημ. Όπου ήταν αναγκαίο εξελλήνισα τα γερμανικά ονόματα της ελληνικής έκδοσης για ευκολία ανάγνωσης)

Reichstag

Στις 27 Ιανουαρίου, το Βερολίνο βούιζε από φήμες για μια άλλη εκδοχή δικτατορίας: μια «κυβέρνηση αγώνα» με καγκελάριο τον Πάπεν. Πράγματι, ο Χίντενμπουργκ, συνέχιζε να θέλει για διάδοχο του Σλάιχερ τον Πάπεν και όχι τον Χίτλερ. Όμως ο πρόεδρος του Ράιχ υπολόγιζε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, κάτι τέτοιο θα συνέβαινε με τη στήριξη των εθνικοσοσιαλιστών και του Ράιχσταγκ. Το Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα, αντιθέτως, προπαγάνδιζε την ιδέα μιας αντικοινοβουλευτικής «κυβέρνησης αγώνα». Στις 27 Ιανουαρίου, ο Χούγκενμπεργκ, ηγέτης του Γερμανικού Εθνικού Λαϊκού Κόμματος, ήρθε σε έντονη αντιπαράθεση με τον Χίτλερ για το ποιο κόμμα θα αναλάμβανε το επίμαχο υπουργείο Εσωτερικών της Πρωσίας, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να ακυρώσει το ραντεβού που είχε για την ίδια ημέρα με τον Πάπεν. Το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα διαμήνυσε ότι θα πολεμούσε με κάθε τρόπο μια δικτατορική κυβέρνηση υπό τον πρώην καγκελάριο και ο Πάπεν επηρεάστηκε τόσο πολύ, που, το βράδυ της 27ης Ιανουαρίου, σε συνομιλία του με τον Ρίμπεντροπ, υποστήριξε για πρώτη φορά αναφανδόν την καγκελαρία του Χίτλερ. Αυτό θεωρήθηκε από τον Ρίμπεντροπ ως «η μεγάλη στροφή».

Ο Σλάιχερ ανήκε σε εκείνους που θεωρούσαν ότι μια προεδρική κυβέρνηση υπό τον Πάπεν ή υπό τον Χούγκενμπεργκ αποτελούσε τη χειρότερη δυνατή εξέλιξη. Μια τέτοια κυβέρνηση, είπε ο Σλάιχερ το πρωινό της 28ης Ιανουαρίου σε μια υπουργική σύσκεψη, «θα προκαλούσε στο μέγιστο βαθμό το κοινό αίσθημα της πλειονότητας των Γερμανών» και ως εκ τούτου θα μπορούσε να οδηγήσει «σε μια κυβερνητική και προεδρική κρίση». Αντιθέτως, αν ο πρόεδρος του Ράιχ αποφάσιζε να ανακηρύξει καγκελάριο του Ράιχ τον Χίτλερ, οι δυσκολίες ίσως να μην ήταν τόσο μεγάλες. Εξ όσων γνώριζε, όμως, ο Χίντενμπουργκ δεν είχε τέτοια πρόθεση. 0 Σλάιχερ πίστευε ότι η δική του κυβέρνηση δεν είχε καμία ελπίδα να επιβιώσει – και είχε δίκιο. Όταν λίγο μετά τις 12 το μεσημέρι ζήτησε ξανά από τον πρόεδρο του Ράιχ την εντολή διάλυσης του Ράιχσταγκ (πλέον η αναβολή των εκλογών δεν συζητιόταν καν), ο Χίντενμπουργκ το αρνήθηκε κοφτά και ο Σλάιχερ υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησής του.

Περισσότερο και από την πτώση του Σλάιχερ, εκείνο το οποίο αναστάτωσε την κοινή γνώμη ήταν η επίσημη ανακοίνωση ότι ο πρόεδρος του Ράιχ είχε δώσει εντολή στον πρώην καγκελάριο Πάπεν «να ξεκαθαρίσει την πολιτική κατάσταση προχωρώντας σε διαπραγματεύσεις με τα κόμματα και να εκτιμήσει τις εναλλακτικές διεξόδους». 0 Λούντβιχ Καστλ και ο Έντουαρντ Χαμ, μέλη του προεδρείου της ΓερμανικήςΈνωσης Βιομηχανικών και των Εμπορικών Επιμελητηρίων, προειδοποίησαν, σε κατάσταση πανικού, τον γενικό γραμματέα της Προεδρίας Μάισνερ για τους κινδύνους που έκρυβε μια τέτοια πολιτική κρίση για τη γερμανική οικονομία. Τα συνδικάτα κάθε πολιτικής απόχρωσης απέστειλαν τηλεγράφημα στον πρόεδρο του Ράιχ, τονίζοντάς του ότι όλοι οι Γερμανοί εργαζόμενοι θα εκλάμβαναν τον «διορισμό μιας αντιεργατικής και κοινωνικά αντιδραστικής κυβέρνησης» ως πρόκληση. Την ίδια άποψη εξέφρασαν το Κόμμα του Κέντρου και ο Βαυαρός πρωθυπουργός Χάινριχ Χελντ.

Για ένα μικρό διάστημα, φάνηκε πως και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα θεωρούσε ότι μια δεξιά κυβέρνηση αγώνα, χωρίς την απαραίτητη πλειοψηφία, ήταν πιο επικίνδυνη από μια κυβέρνηση του Χίτλερ η οποία θα διέθετε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Μετά την πτώση του Σλάιχερ, έγραφε η σοσιαλδημοκρατική εφημερίδα Vorwarts το βράδυ της 28ης Ιανουαρίου, «η συνταγματικότητα» είναι δυνατόν «να διασφαλιστεί, μόνο εάν ο Χίτλερ συγκεντρώσει την κοινοβουλευτική πλει οψηφία και μόνο εάν δοθεί η εγγύηση ότι αμέσως μόλις χάσει την πλειοψηφία θα εξαφανιστεί. Συνεπώς, η κυβέρνηση των Χίτλερ και Χούνγκεμπεργκ θα είναι συνταγματική μόνο με τις ευλογίες του Κόμματος του Κέντρου […] Μια κυβέρνηση του “μετώπου του Χάρτσμπουργκ” χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία ισοδυναμεί με πραξικόπημα και εμφύλιο πόλεμο».

Το επόμενο πρωινό, το κομματικό όργανο άλλαξε γνώμη: «Μια κυβέρνηση υπό τον Χίτλερ, ακόμη κι αν η ανοχή του Κόμματος του Κέντρου του εξασφαλίσει κοινοβουλευτική βά ση, θα αποτελεί περισσότερο από ποτέ πρόκληση! […] Μια κυβέρνηση υπό τον Χίτλερ -δηλαδή αυτό που επιθυμεί ο Χίτλερ- θα είναι η απαρχή μιας φασιστικής δικτατορίας». Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, ήδη πριν από την πτώση του Σλάιχερ, είχε καλέσει τους οπαδούς του σε μαζικό συλλαλητήριο, το απόγευμα της Κυριακής, 29 Ιανουαρίου, στο πάρκο Lustgarten στο Βερολίνο. Σύμφωνα με τη Vorwarts ανταποκρίθηκαν 100.000 άνθρωποι. Το σύνθημα του συλλαλητηρίου ήταν «το Βερολίνο παραμένει κόκκινο!»

Ο Πάπεν κατάφερε να πείσει κάποια από τα μέλη της κυβέρνησης του Σλάιχερ, μεταξύ των οποίων τον υπουργό Εξωτερικών φον Νόιραθ και τον υπουργό Οικονομικών κόμη Σβέριν φον Κρόσιγκ, να συμμετάσχουν σε μια κυβέρνηση με καγκελάριο τον Χίτλερ και αντικαγκελάριο τον ίδιο. Το βράδυ της 28ης Ιανουαρίου, ήταν πλέον σε θέση να ενημερώσει τον Χίντεμπουργκ ότι φερέγγυοι συντηρητικοί πολιτικοί είχαν συμφωνήσει να στηρίξουν με τη συμμετοχή τους την κυβέρνηση του Χίτλερ. Ο πρόεδρος του Ράιχ επηρεάστηκε και, για πρώτη φορά, έδειξε πρόθυμος να αφήσει κατά μέρος τους ενδοιασμούς του.

Ο Πάπεν δυσκολεύτηκε κατά κύριο λόγο με το Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα. Ο Χούγκενμπεργκ δεχόταν πιέσεις από πολιτικούς, όπως ο Έβαλντ φον Κλάιστ-Σμέντσιν και ο Ότο Σμιντ-Χάνοβερ, οι οποίοι τάσσονταν υπέρ μιας αυταρχικής λύσης και απαιτούσαν τη μαχητική αντιπαράθεση με τον Χίτλερ. Ο ίδιος ο αρχηγός του κόμματος διατηρούσε έντονες επιφυλάξεις για τις εκλογές που ζητούσαν οι εθνικοσοσιαλιστές. Ο μόνος λόγος που ο Χούγκενμπεργκ σκεφτόταν να συμμετάσχει στην κυβέρνηση των Χίτλερ-Πάπεν ήταν ότι ο Χίντεμπουργκ φαινόταν έτοιμος να ικανοποιήσει τη βασική του αξίωση και να τον διορίσει υπουργό Οικονομίας και υπουργό Γεωργίας, τόσο στο Ράιχ όσο και στην Πρωσία.

Ο Χίτλερ, πάλι, έπρεπε να αποζημιωθεί για το γεγονός ότι Επίτροπος της Πρωσίας θα γινόταν ο Πάπεν και όχι ο ίδιος, κι έτσι ο Γκαίρινγκ πήρε τη θέση του αναπληρωτή Επιτρόπου της Πρωσίας, θα είχε δηλαδή τις αρμοδιότητες του πρωσικού υπουργείου Εσωτερικών και ως εκ τούτου θα είχε και τον έλεγχο της Αστυνομίας του μεγαλύτερου κρατιδίου. 0 Γκαίρινγκ θα γινόταν ταυτόχρονα και υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου του Ράιχ και Εθνικός Επίτροπος Αεροπορίας. Ο εθνικοσοσιαλιστής Βίλχελμ Φρικ θα γινόταν υπουργός Εσωτερικών του Ράιχ. Επομένως, στο υπουργικό συμβούλιο θα συμμετείχαν μόνο τρία μέλη του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Οι συντηρητικοί, μεταξύ των οποίων και ο υπουργός Εργασίας Φραντς Ζέλντε, αρχηγός της οργάνωσης Stahlhelm (Χαλυβδόκρανοι), υπερτερούσαν σαφώς αριθμητικά.

Ο ίδιος ο Χίντεμπουργκ επέλεξε έναν μόνο υπουργό. Ο στρατηγός φον Μπλόμπεργκ, διοικητής της στρατιωτικής περιφέρειας της Ανατολικής Πρωσίας, ο οποίος στις 29 Ιανουαρίου βρισκόταν ακόμη ως τεχνικός σύμβουλος της γερμανικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο Αφοπλισμού στη Γενεύη, θα διαδεχόταν τον Σλάιχερ στο υπουργείο Άμυνας. Εντωμεταξύ όμως, φήμες, οι οποίες ήθελαν τη φρουρά του Πότσνταμ να ετοιμάζει πραξικόπημα (εντέλει αποδείχτηκαν ανυπόστατες) ανάγκασαν τον Χίντεμπουργκ να διορίσει υπουργό τον Μπλόμπεργκ το πρωί της 30ής Ιανουαρίου, αμέσως μετά την άφιξή του στο Βερολίνο. Από τη στιγμή που ο πρόεδρος του Ράιχ είχε το δικαίωμα να διορίσει τον υπουργό Άμυνας μόνο κατόπιν πρότασης του καγκελάριου, ο οποίος όμως ακόμη δεν είχε αναλάβει καθήκοντα, η κίνηση του Χίντεμπουργκ αποτελούσε παραβίαση του Συντάγματος.

Ακόμη δεν είχε αποσαφηνιστεί αν ο πρόεδρος του Ράιχ θα ικανοποιούσε την αξίωση των εθνικοσοσιαλιστών για διάλυση του Ράιχσταγκ και πραγματοποίηση εκλογών. Ο Χίτλερ αιτιολογούσε την αξίωσή του, επικαλούμενος το γεγονός ότι στο παρόν Ράιχσταγκ δεν υπήρχε η απαιτούμενη πλειοψηφία για να ψηφιστεί ο εξουσιοδοτικός νόμος, τον οποίο ο ίδιος θεωρούσε απαραίτητο. Στις 29 Ιανουαρίου, πιθανολογείται ότι ο Πάπεν είχε καταφέρει να πείσει τον Χίντεμπουργκ να προχωρήσει στη διάλυση του Ράιχσταγκ, εφόσον η νέα κυβέρνηση δεν αποσπούσε την απαραίτητη στήριξη του Κόμματος του Κέντρου και του Βαυαρικού Λαϊκού Κόμματος στη νέα κυβέρνηση. Ο Χίτλερ έσπευσε να ανακοινώσει ότι ξεκινάει διαπραγματεύσεις με τα δύο καθολικά κόμματα. Από τη στιγμή ποίο και ο Χούγκενμπεργκ είχε συμφωνήσει την τελευταία στιγμή στο ζήτημα των εκλογών, ο Χίτλερ και τα μέλη του υπουργικού του συμβουλίου ορκίστηκαν αργά το πρωί της 30ής Ιανουαρίου 1933. Ο Χίντεμπουργκ έκλεισε τη σύντομη τελετή με τη φράση «Και τώρα, κύριοι, εμπρός με τη βοήθεια του Θεού!»

Και ενώ στην οδό Wilhelmstrasse η μοίρα της Γερμανίας είχε προκαθοριστεί, στο διπλανό κτήριο του Ράιχσταγκ συνεδρίαζε η ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος μαζί με εκπροσώπους της σοσιαλδημοκρατικής κοινοβουλευτικής ομάδας και της Γενικής Γερμανικής Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας. Όταν πληροφορήθηκαν ότι η κυβέρνηση του Χίτλερ είχε αναλάβει καθήκοντα, εξέδωσαν μια διακήρυξη, προειδοποιώντας για τις «ανεξέλεγκτες ενέργειες μεμονωμένων οργανώσεων και ομάδων που δρούσαν αφ’ εαυτών» και δηλώνοντας ότι η κατάσταση απαιτούσε «ψυχραιμία και αποφασιστικότητα». Την επόμενη ημέρα, σε συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής, ο Μπραϊτσάιντ, ο οποίος αναπλήρωνε τον κλινήρη Βελζ, απέρριψε κατηγορηματικά τις εξωκοινοβουλευτικές ενέργειες έχοντας την ευρεία αποδοχή των παρευρισκομένων, μεταξύ των οποίων ήταν εκπρόσωποι της κοινοβουλευτικής ομάδας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, καθώς και του «Eiserne Front» (Σιδηρούν Μέτωπο), δηλαδή της συμμαχίας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, των Ελεύθερων Συνδικάτων, της Reichsbanner Schwarz-Rot-Gold και των Αθλητικών Συλλόγων των Εργατών. «Αν στην αρχή ο Χίτλερ κινηθεί εντός των ορίων του Συντάγματος, ακόμη κι αν πρόκειται για την απόλυτη υποκρισία, θα ήταν λάθος μας να του δώσουμε εμείς την αφορμή να παραβιάσει το Σύνταγμα […] Αν ο Χίτλερ ακολουθήσει τη συνταγματική οδό, τότε θα είναι επικεφαλής μιας δεξιάς κυβέρνησης, την οποία μπορούμε και οφείλουμε να πολεμήσουμε ακόμη περισσότερο από ό,τι τις προηγούμενες, αλλά, σε κάθε περίπτωση, θα έχουμε μια δεξιά συνταγματική κυβέρνηση».

Η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος, αντιθέτως, θεώρησε ότι στις 30 Ιανουαρίου είχε έρθει η ώρα της κατά μέτωπον επίθεσης και, για πρώτη φορά μετά τον «βιασμό της Πρωσίας» (στις 20 Ιουλίου 1932), απευθύνθηκε και πάλι στην ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και των Συνδικάτων. Κάλεσε το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, τη Γενική Γερμανική Συνδικαλιστική Ένωση, την Εργατική Ομοσπονδία Ανεξάρτητων Υπαλλήλων και τα Χριστιανικά Συνδικάτα, «να οργανώσουν μαζί με τους κομμουνιστές γενική απεργία για την ελευθερία της εργατικής τάξης, ενάντια στη φασιστική δικτατορία του Χίτλερ, του Χούγκενμπεργκ και του Πάπεν, ενάντια στη διάλυση των εργατικών οργανώσεων».

Στις 30 Ιανουαρίου του 1933, όμως, το εγχείρημα της συστράτευσης σ’ ένα ενιαίο προλεταριακό μέτωπο ήταν ακόμη πιο μάταιο από όσο στις 20 Ιουλίου 1932. Από τη στιγμή που οι δηλωμένοι άνεργοι έφταναν επισήμως τα έξι εκατομμύρια ήταν αδύνατο να οργανωθεί μια γενική ανεργία διαρκείας· και η νέα κυβέρνηση θα εκλάμβανε μια σύντομης διάρκειας γενική απεργία περισσότερο ως σημάδι αδυναμίας παρά ως επίδειξη δύναμης. Επιπλέον, αν ξεκινούσε η γενική απεργία, ήταν εξαιρετικά απίθανο να δέχονταν οι κομμουνιστές την αναστολή της. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας είχε πολεμήσει πολλά χρόνια τους σοσιαλδημοκράτες, καταλογίζοντάς τους ότι αποτελούσαν την «κοινωνική βάση που στήριζε τη μπουρζουαζία» και ότι ήταν «σοσιαλφασίστες». Η Rote Fahne, ακόμη και στις 26 Ιανουαρίου, είχε απορρίψει την πρόταση της Vorwarts για ένα «Σύμφωνο μη Επίθεσης» μεταξύ του Σοσιαλδημοκρατικού και του Κομμουνιστικού Κόμματος, χαρακτηρίζοντάς το «αναίσχυντη προσβολή απέναντι στο αντιφασιστικό Βερολίνο». Ως εκ τούτου, το κομμουνιστικό κάλεσμα σ’ έναν κοινό αμυντικό αγώνα στερούνταν αξιοπιστίας, δηλαδή της βασικότερης προϋπόθεσής του. Οι σοσιαλδημοκράτες και τα Ελεύθερα Συνδικάτα γνώριζαν ότι οι κομμουνιστές θα κατέφευγαν αμέσως στην επαναστατική βία, δηλαδή αυτό ακριβώς που περίμεναν οι εθνικοσοσιαλιστές, ώστε να νομιμοποιήσουν την τρομοκρατία τους. Ήταν βέβαιο ότι ένας εμφύλιος πόλεμος θα έληγε με την αιματηρή ήττα των εργατικών οργανώσεων. Η διασπασμένη Αριστερά δεν είχε καμία ελπίδα απέναντι στις παραστρατιωτικές οργανώσεις της Δεξιάς, στην Αστυνομία και στη Ράιχσβερ.

Το βράδυ της 30ής Ιανουαρίου 1933, οι δρόμοι του Βερολίνου, αλλά και πολλών άλλων περιοχών της Γερμανίας, βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των «φαιοχιτώνων» του Χίτλερ. Την επόμενη ημέρα ο καγκελάριος, σύμφωνα με τη δέσμευσή του απέναντι στον Πάπεν, άρχισε τις διαπραγματεύσεις με το Κόμμα του Κέντρου. Ο Χίτλερ προσήλθε στις συνομιλίες για λόγους εντυπώσεων. Στην πραγματικότητα, το μόνο που επιθυμούσε ήταν να αποδείξει ότι το Ράιχσταγκ, το οποίο είχε εκλεγεί στις 6 Νοεμβρίου 1932, δεν μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση. Αντιθέτως το Κόμμα του Κέντρου για πρώτη φορά ενδιαφερόταν ειλικρινά να συμμετάσχει σ’ έναν συνασπισμό με το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα και η αγανάκτηση που είχε εκφράσει αφορούσε κυρίως την «αντιδραστική» σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου και όχι την ανακήρυξη του Χίτλερ σε καγκελάριο. Παρ’ όλα αυτά, ο Κάας απέρριψε την πρόταση του Χίτλερ να αναβάλει το Ράιχσταγκ τις εργασίες του για έναν χρόνο κι έτσι πρόσφερε στον καγκελάριο το πρόσχημα για να δηλώσει, την επόμενη κιόλας ημέρα, ότι οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν και να λάβει την πρώτη σημαντική απόφαση της κυβέρνησής του: να ζητήσει από τον Χίντεμπουργκ τη διάλυση του Ράιχσταγκ. Την 1η Φεβρουάριου δημοσιεύθηκε το σχετικό διάταγμα μαζί με ένα ακόμη διάταγμα του προέδρου του Ράιχ, το οποίο όριζε ως ημερομηνία των εκλογών την 5η Μαρτίου 1933. Έως τότε, το υπουργικό συμβούλιο του Χίτλερ μπορούσε και ήταν υποχρεωμένο να κυβερνά με βάση τα αναγκαστικά διατάγματα του άρθρου 48 περί καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s